lacy
Pronunciation
/ˈɫeɪsi/

Ορισμός και σημασία του "lacy"στα αγγλικά

01

δαντελένιος, που μοιάζει με δαντέλα

made of or resembling lace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
laciest
συγκριτικός βαθμός
lacier
διαβαθμίσιμο
02

δαντελωτός, δικτυωτός

having open interstices or resembling a web
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store