Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laboratory
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laboratories
Παραδείγματα
The chemistry students conducted experiments in the laboratory to study chemical reactions.
Οι φοιτητές χημείας πραγματοποίησαν πειράματα στο εργαστήριο για να μελετήσουν χημικές αντιδράσεις.
02
εργαστήριο, πειραματικό εργαστήριο
a region resembling a laboratory inasmuch as it offers opportunities for observation and practice and experimentation



























