kurta
kur
ˈkɜ:
ta

Ορισμός και σημασία του "kurta"στα αγγλικά

01

κούρτα, μακρύ

a long, loose-fitting tunic worn by men and women in South Asia 
kurta definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kurtas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store