Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kurta
01
κούρτα, μακρύ
a long, loose-fitting tunic worn by men and women in South Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kurtas



























