Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kowtow
01
kowtow, προσκύνημα
a former Chinese custom of touching the ground with the forehead as a sign of respect or submission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kowtows
to kowtow
01
προσκυνώ, κολακεύω υπερβολικά
to attempt at pleasing an authority by excessively flattering and obeying them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kowtow
γ΄ ενικό πρόσωπο
kowtows
ενεστώτα μετοχή
kowtowing
απλός αόριστος
kowtowed
παθητική μετοχή
kowtowed
Παραδείγματα
He is currently kowtowing to his new boss in hopes of securing a more favorable position.
Αυτή τη στιγμή γονυπετεί μπροστά στο νέο του αφεντικό με την ελπίδα να εξασφαλίσει μια πιο ευνοϊκή θέση.
02
σκύβω δουλοπρεπώς, προσκυνώ
bend the knees and bow in a servile manner



























