korokke
ko
ko
ro
ˈrɒ
ro
kke
ki
ki

Ορισμός και σημασία του "korokke"στα αγγλικά

01

κορόκκε, ιαπωνικό κροκέ

a Japanese dish made of breaded and deep-fried meat and/or vegetable croquettes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
korokke
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store