Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Korokke
01
κορόκκε, ιαπωνικό κροκέ
a Japanese dish made of breaded and deep-fried meat and/or vegetable croquettes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
korokke
LanGeek



























