Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kookaburra
01
κουκαμπούρα, γελαστός αλκυόνας
an Australian kingfisher that feeds on ground prey, has brownish plumage and a call like a laughter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kookaburras



























