Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to knuckle under
01
υποκύπτω, υποτάσσομαι
to submit to someone or something's authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
under
βασικό ρήμα
knuckle
ενεστώτας
knuckle under
γ΄ ενικό πρόσωπο
knuckles under
ενεστώτα μετοχή
knuckling under
απλός αόριστος
knuckled under
παθητική μετοχή
knuckled under
Παραδείγματα
The police chief refused to knuckle under to the demands of the criminals.
Ο αρχηγός της αστυνομίας αρνήθηκε να υποκύψει στις απαιτήσεις των εγκληματιών.



























