knowledge
know
ˈnɒ
no
ledge
lɪʤ
lij

Ορισμός και σημασία του "knowledge"στα αγγλικά

01

γνώση, επίγνωση

an understanding of or information about a subject after studying and experiencing it 
knowledge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His knowledge of history allowed him to provide insightful explanations during the discussion. 

Η γνώση του για την ιστορία του επέτρεψε να δώσει ενδελεχείς εξηγήσεις κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store