knotted
Pronunciation
/ˈnɑtɪd/

Ορισμός και σημασία του "knotted"στα αγγλικά

01

δεμένος, περιπλεγμένος

tied with a knot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most knotted
συγκριτικός βαθμός
more knotted
διαβαθμίσιμο
02

δεμένος, περιπλεγμένος

having a rough, twisted appearance, often with lumps or knots
Παραδείγματα
The knotted roots of the tree spread across the ground like tangled veins.
Οι πολυπλοκασμένες ρίζες του δέντρου απλώθηκαν στο έδαφος σαν μπερδεμένες φλέβες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store