knoll
knoll
nəʊl
νεουλ
knell

Ορισμός και σημασία του "knoll"στα αγγλικά

01

λόφος, μικρό βουνό

a small, rounded hill or mound, often found in a grassy or wooded area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
knolls
Παραδείγματα
The picnic area was situated atop a gentle knoll, offering a panoramic view of the surrounding countryside. 

Η περιοχή πικνικ βρισκόταν στην κορυφή ενός ήπιου λόφου, προσφέροντας πανοραμική θέα της γύρω ύπαιθρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store