knockoff
knock
ˈnɒk
nok
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "knockoff"στα αγγλικά

01

μιμητικό, αντίγραφο

a less expensive and unauthorized copy of something popular 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knockoffs
Παραδείγματα
The market was flooded with knockoffs of popular designer handbags, much to the dismay of luxury brands. 

Η αγορά πλημμύρισε με μιμήματα δημοφιλών τσαντών σχεδιαστών, προς απογοήτευση των πολυτελών μαρκών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store