knocked out
knocked
nɒkt
nokt
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "knocked out"στα αγγλικά

knocked out
01

αναίσθητος, ηττημένος

having been rendered unconscious or defeated, typically in a physical contest or battle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most knocked out
συγκριτικός βαθμός
more knocked out
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sports, combat, health
Παραδείγματα
The knocked-out boxer was carried off the ring on a stretcher. 

Ο νοκ άουτ πυγμάχος μεταφέρθηκε έξω από το ρινγκ σε φορείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store