to knock up
knock
nɒk
nok
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "knock up"στα αγγλικά

to knock up
01

φτιάχνω γρήγορα, ετοιμάζω βιαστικά

to make something quickly and easily, often without much care or effort 
Dialectbritish flagBritish
to knock up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
knock
ενεστώτας
knock up
γ΄ ενικό πρόσωπο
knocks up
ενεστώτα μετοχή
knocking up
απλός αόριστος
knocked up
παθητική μετοχή
knocked up
Παραδείγματα
I knocked up a quick sandwich for lunch. 

Έφτιαξα γρήγορα ένα σάντουιτς για το μεσημεριανό.

02

γκρεμίζω, κάνω έγκυος

to cause a woman to become pregnant 
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
He knocked her up and then left her to raise the child on her own. 

Την έκανε έγκυο και μετά την άφησε να μεγαλώσει το παιδί μόνη της.

03

ζεσταίνομαι, κάνω μερικές μπαλιές για ζέσταμα

(in tennis) to warm up for a match by hitting a few balls back and forth for a short time 
Παραδείγματα
The tennis players knocked up for a few minutes before the start of their match. 

Οι παίκτες του τένις ζέσταναν για λίγα λεπτά πριν από την έναρξη του αγώνα τους.

04

ξυπνώ κάποιον χτυπώντας απαλά την πόρτα, αφυπνίζω με ελαφρό χτύπο στην πόρτα

to wake someone up by gently banging on their door 
Dialectbritish flagBritish
Παραδείγματα
He knocked me up at six o'clock in the morning to go fishing. 

Με ξύπνησε στις έξι το πρωί για να πάμε ψάρεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store