Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to knock up
[phrase form: knock]
01
φτιάχνω γρήγορα, ετοιμάζω βιαστικά
to make something quickly and easily, often without much care or effort
Dialect
British
Παραδείγματα
I knocked up a quick lasagna for dinner tonight because I did n't have time to cook anything elaborate.
Έφτιαξα στα γρήγορα μια λαζάνια για το βραδινό απόψε επειδή δεν είχα χρόνο να μαγειρέψω κάτι περίπλοκο.
02
γκρεμίζω, κάνω έγκυος
to cause a woman to become pregnant
Παραδείγματα
He knocked his ex-girlfriend up and now has to pay child support.
Έκανε την πρώην του φίλη του έγκυο και τώρα πρέπει να πληρώνει διατροφή.
03
ζεσταίνομαι, κάνω μερικές μπαλιές για ζέσταμα
(in tennis) to warm up for a match by hitting a few balls back and forth for a short time
Παραδείγματα
The junior players knocked up before their tournament match.
Οι νεαροί παίκτες ζέσταναν πριν από τον αγώνα του τουρνουά τους.
04
ξυπνώ κάποιον χτυπώντας απαλά την πόρτα, αφυπνίζω με ελαφρό χτύπο στην πόρτα
to wake someone up by gently banging on their door
Dialect
British
Παραδείγματα
The hotel staff knocked me up at 6 am to deliver my wake-up call.
Το προσωπικό του ξενοδοχείου με ξύπνησε στις 6 π.μ. για να μου παραδώσει την κλήση αφύπνισης.



























