Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aromatic compound
01
αρωματική ένωση, αρωματικός υδρογονάνθρακας
a hydrocarbon that contains one or more benzene rings, characteristic of the benzene series
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aromatic compounds
Παραδείγματα
An aromatic compound like toluene is commonly used as a solvent in various industrial applications.
Μια αρωματική ένωση όπως το τολουόλιο χρησιμοποιείται συνήθως ως διαλύτης σε διάφορες βιομηχανικές εφαρμογές.



























