Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knife-edge
01
λεπίδα μαχαιριού, άκρη μαχαιριού
a narrow boundary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
knife-edges
02
κοφτερή λεπίδα, κρίσιμη κατάσταση
a challenging, tense, or uncertain situation in which the slightest change may cause either success or failure
LanGeek



























