kneecap
knee
ˈni:
ni
cap
kæp
kāp
recap

Ορισμός και σημασία του "kneecap"στα αγγλικά

01

επιγονατίδα, πατέλα

a small bone that covers the front of the knee joint 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kneecaps
to kneecap
01

πυροβολώ το γόνατο, πυροβολώ στη γόνατο

shoot in the kneecap, often done by terrorist groups as a warning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kneecap
γ΄ ενικό πρόσωπο
kneecaps
ενεστώτα μετοχή
kneecapping
απλός αόριστος
kneecapped
παθητική μετοχή
kneecapped

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

kneecap

knee

+

cap

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store