Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kneecap
01
επιγονατίδα, πατέλα
a small bone that covers the front of the knee joint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kneecaps
to kneecap
01
πυροβολώ το γόνατο, πυροβολώ στη γόνατο
shoot in the kneecap, often done by terrorist groups as a warning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kneecap
γ΄ ενικό πρόσωπο
kneecaps
ενεστώτα μετοχή
kneecapping
απλός αόριστος
kneecapped
παθητική μετοχή
kneecapped
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kneecap
knee
cap



























