Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kip
01
κάνω έναν υπνάκο, λαγοκοιμάμαι
to take a short and casual nap
Dialect
British
Intransitive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kip
γ΄ ενικό πρόσωπο
kips
ενεστώτα μετοχή
kipping
απλός αόριστος
kipped
παθητική μετοχή
kipped
Παραδείγματα
The students kipped in between study sessions.
Οι μαθητές έκαναν έναν υπνάκο ανάμεσα στις συνεδρίες μελέτης.
Kip
01
kip, κίνηση πλάτης
a gymnastic exercise performed starting from a position with the legs over the upper body and moving to an erect position by arching the back and swinging the legs out and down while forcing the chest upright
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kips
02
κιπ, η βασική νομισματική μονάδα του Λάος
the basic unit of money in Laos
03
ύπνος
sleep



























