to kip
kip
kɪp
kip
lipdippiphip

Ορισμός και σημασία του "kip"στα αγγλικά

to kip
01

κάνω έναν υπνάκο, λαγοκοιμάμαι

to take a short and casual nap 
Dialectbritish flagBritish
Intransitive
to kip definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kip
γ΄ ενικό πρόσωπο
kips
ενεστώτα μετοχή
kipping
απλός αόριστος
kipped
παθητική μετοχή
kipped
Παραδείγματα
During the break, he decided to kip in the office lounge. 

Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, αποφάσισε να πάρει έναν υπνάκο στο σαλόνι του γραφείου.

01

kip, κίνηση πλάτης

a gymnastic exercise performed starting from a position with the legs over the upper body and moving to an erect position by arching the back and swinging the legs out and down while forcing the chest upright 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kips
02

κιπ, η βασική νομισματική μονάδα του Λάος

the basic unit of money in Laos 
03

ύπνος

sleep 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store