Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kingdom
01
βασίλειο, αρχηγείο
an area or territory that is governed by a king or queen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kingdoms
Παραδείγματα
The ancient kingdom was known for its prosperous trade and cultural achievements.
Το αρχαίο βασίλειο ήταν γνωστό για την ευημερούσα εμπορική του δραστηριότητα και τα πολιτιστικά του επιτεύγματα.
02
βασίλειο, μοναρχία
a nation or state that its ruler is a king or queen
Παραδείγματα
The ancient kingdom was known for its powerful armies and vast territories.
Το αρχαίο βασίλειο ήταν γνωστό για τους ισχυρούς στρατούς και τις εκτεταμένες περιοχές του.
03
βασίλειο, βασίλειο
the highest taxonomic category used to classify living organisms, above phylum
Παραδείγματα
Animals belong to the kingdom Animalia.
Τα ζώα ανήκουν στο βασίλειο Animalia.
04
βασίλειο, κράτος
a primary or fundamental group of natural objects or entities
Παραδείγματα
Minerals form a kingdom of naturally occurring substances.
Τα ορυκτά αποτελούν ένα βασίλειο φυσικά εμφανιζόμενων ουσιών.
05
βασίλειο, πεδίο
a domain, sphere, or area in which someone or something has dominant influence
Παραδείγματα
Music is her kingdom; she dominates the charts.
Η μουσική είναι το βασίλειό της· κυριαρχεί στα τσάρτ.
Λεξικό Δέντρο
kingdom
king



























