kinfolk
kin
ˈkɪn
κιν
folk
fəʊk
φεουκ
kinsfolk

Ορισμός και σημασία του "kinfolk"στα αγγλικά

01

συγγενείς, οικογένεια

family or relatives collectively 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kinfolk
Παραδείγματα
During the holidays, we always gather with our kinfolk for a big family dinner. 

Κατά τις διακοπές, συγκεντρωνόμαστε πάντα με τους συγγενείς μας για ένα μεγάλο οικογενειακό δείπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

kinfolk

kin

+

folk

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store