Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kinfolk
01
συγγενείς, οικογένεια
family or relatives collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In times of need, our kinfolk are always there to offer support and encouragement.
Σε καιρούς ανάγκης, οι συγγενείς μας είναι πάντα εκεί για να προσφέρουν υποστήριξη και ενθάρρυνση.
Λεξικό Δέντρο
kinfolk
kin
folk



























