Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Army tank
01
άρμα μάχης, τεθωρακισμένο όχημα
an enclosed armored military vehicle; has a cannon and moves on caterpillar treads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
army tanks
LanGeek



























