kilogram
Pronunciation
/ˈkɪɫəˌɡɹæm/
kilo
kg
kilogramme

Ορισμός και σημασία του "kilogram"στα αγγλικά

01

κιλό

a unit of measuring weight equal to 2.20 pounds or 1000 grams
kilogram definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kilograms
Παραδείγματα
He lifted weights totaling 50 kilograms during his workout.
Σήκωσε βάρη συνολικά 50 κιλά κατά τη διάρκεια της προπόνησής του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store