kiln
kiln
kɪln
kiln

Ορισμός και σημασία του "kiln"στα αγγλικά

01

κλίβανος, φούρνος

a type of furnace or oven that is used for baking or drying pottery, ceramics, or bricks 
kiln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kilns
Παραδείγματα
The brick factory uses a large kiln to bake the bricks before they are ready for construction. 

Το εργοστάσιο τούβλων χρησιμοποιεί ένα μεγάλο φούρνο για να ψήσει τα τούβλα πριν είναι έτοιμα για κατασκευή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store