Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Killing
01
δολοφονία, φόνος
the act of ending a life, typically referring to the deliberate or intentional termination of a living being
Παραδείγματα
The deliberate killing of the hostages shocked the entire nation.
Ο σκόπιμος θανατωμός των ομήρων σόκαρε ολόκληρο το έθνος.
02
δολοφονία, φόνος
an incident or happening that leads to a person's death
Παραδείγματα
The novel 's plot revolves around the mysterious killing of a wealthy businessman.
Η πλοκή του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από τη μυστηριώδη δολοφονία ενός πλούσιου επιχειρηματία.
03
μεγάλο κέρδος, εύκολα χρήματα
a considerable and swift gain of profit, particularly one made quickly and easily
Παραδείγματα
The entrepreneur made a killing from her new app, which went viral overnight.
Ο επιχειρηματίας έκανε μια περιουσία από τη νέα του εφαρμογή, που έγινε viral σε μια νύχτα.
killing
01
ξεκαρδιστικός, εκθαμβωτικός
causing great laughter or amusement
Παραδείγματα
The play's script was full of killing dialogue that had the audience roaring with laughter.
Το σενάριο του έργου ήταν γεμάτο με σκοτεινούς διαλόγους που έκαναν το κοινό να γελάει δυνατά.
Λεξικό Δέντρο
killing
kill



























