killer
ki
ˈkɪ
ki
ller
kilter

Ορισμός και σημασία του "killer"στα αγγλικά

01

δολοφόνος, φονιάς

a person or animal that causes someone else's death 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
killers
Παραδείγματα
The killer was arrested. 

Ο δολοφόνος συνελήφθη.

02

δολοφόνος, δυσκολία που είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί

a difficulty that is hard to deal with 
03

δολοφόνος, φονιάς

the causal agent resulting in death 
01

θανατηφόρος, φοβερός

used to describe something impressive or highly enjoyable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most killer
συγκριτικός βαθμός
more killer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That concert last night was killer! 

Η συναυλία χθες το βράδυ ήταν φοβερή!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store