Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Killer
01
δολοφόνος, φονιάς
a person or animal that causes someone else's death
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
killers
Παραδείγματα
The killer was arrested.
Ο δολοφόνος συνελήφθη.
02
δολοφόνος, δυσκολία που είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί
a difficulty that is hard to deal with
03
δολοφόνος, φονιάς
the causal agent resulting in death
killer
01
θανατηφόρος, φοβερός
used to describe something impressive or highly enjoyable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most killer
συγκριτικός βαθμός
more killer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That concert last night was killer!
Η συναυλία χθες το βράδυ ήταν φοβερή!
Λεξικό Δέντρο
killer
kill



























