Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kill off
01
εξοντώνω, σκοτώνω
to cause the death of a character in a work of fiction, typically for dramatic effects or to advance the plot
Παραδείγματα
The author is planning to kill off one of the main characters in the next book.
Ο συγγραφέας σχεδιάζει να σκοτώσει έναν από τους κύριους χαρακτήρες στο επόμενο βιβλίο.
02
εξοντώνω, εξολοθρεύω
to cause the death of a significant number of individuals or organisms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
kill
ενεστώτας
kill off
γ΄ ενικό πρόσωπο
kills off
ενεστώτα μετοχή
killing off
απλός αόριστος
killed off
παθητική μετοχή
killed off
Παραδείγματα
The disease is killing off entire populations of insects.
Η ασθένεια σκοτώνει ολόκληρους πληθυσμούς εντόμων.
03
εξολοθρεύω, καταργώ
to effectively put an end to something or make it ineffective
Παραδείγματα
The government is currently debating a bill that would kill off funding for several programs.
Η κυβέρνηση συζητά επί του παρόντος ένα νομοσχέδιο που θα τερματίσει τη χρηματοδότηση για πολλά προγράμματα.



























