Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kickback
01
δωροδοκία, παράνομη προμήθεια
a commercial bribe paid by a seller to a purchasing agent in order to induce the agent to enter into the transaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kickbacks
02
χαλαρή συνάντηση, ανεπίσημο συγκέντρωμα
a small, relaxed social gathering, less formal or intense than a big party
αργκό
Παραδείγματα
We're having a kickback at my place tonight.
Απόψε κάνουμε ένα kickback στο σπίτι μου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kickback
kick
back



























