arms
arms
ɑ:mz
aamz

Ορισμός και σημασία του "arms"στα αγγλικά

01

όπλα, οπλισμός

weapons in general, especially those used by the military 
arms definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arms
Παραδείγματα
The country invested heavily in modernizing its arms to enhance its military capabilities. 

Η χώρα επένδυσε σε μεγάλο βαθμό στη νεωτεροποίηση των όπλων της για να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.

02

οικόσημο, εθνόσημο

the symbols that represent a family, state, or other authority 
arms definition and meaning
Παραδείγματα
The castle's entrance displayed the royal arms. 

Η είσοδος του κάστρου έδειχνε το βασιλικό έμβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store