kerosene
Pronunciation
/ˈkɛɹəˌsin/

Ορισμός και σημασία του "kerosene"στα αγγλικά

01

κηροζίνη, πετρέλαιο φωτισμού

a flammable hydrocarbon oil used as fuel in lamps and heaters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store