armored
ar
ˈɑ:
aa
mored
məd
mēd
armoured

Ορισμός και σημασία του "armored"στα αγγλικά

01

θωρακισμένος, προστατευμένος

protected by strong, usually metal, coverings to defend against attack 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most armored
συγκριτικός βαθμός
more armored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The armored knight rode confidently into battle, shielded by layers of steel armor. 

Ο θωρακισμένος ιππότης κατέβηκε με αυτοπεποίθηση στη μάχη, προστατευμένος από στρώματα ατσάλινης πανοπλίας.

02

θωρακισμένος, προστατευμένος

used of animals; provided with protective covering 
03

θωρακισμένος

equipped with the complete arms and armor of a warrior 

Λεξικό Δέντρο

unarmored
armored
armor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store