Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kelpie
01
kelpie, αυστραλιανό τσοπανόσκυλο με μυτερά αυτιά
an Australian sheepdog with pointed ears
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kelpies
02
ένα νερόπνευμα που αλλάζει μορφή και λέγεται ότι κατοικεί στις λίμνες και τις λιμνούλες της Σκωτίας, ένα μυθικό σκωτσέζικο υδρόβιο πλάσμα ικανό να αλλάζει μορφή
a shape-shifting water spirit that is said to inhabit the lochs and pools of Scotland



























