to jut out
jut
ʤʌt
jat
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "jut out"στα αγγλικά

to jut out
01

προεξέχω, ξεχωλίζω

to extend outward from a surface or object 
to jut out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
jut
ενεστώτας
jut out
γ΄ ενικό πρόσωπο
juts out
ενεστώτα μετοχή
jutting out
απλός αόριστος
jutted out
παθητική μετοχή
jutted out
Παραδείγματα
The rocky cliff juts out over the edge of the sea, providing a breathtaking view. 

Ο βραχώδης γκρεμός προεξέχει πάνω από την άκρη της θάλασσας, προσφέροντας μια εντυπωσιακή θέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store