Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jut out
[phrase form: jut]
01
προεξέχω, ξεχωλίζω
to extend outward from a surface or object
Παραδείγματα
Be cautious when walking near the corner of the table; it tends to jut out.
Να είστε προσεκτικοί όταν περπατάτε κοντά στη γωνία του τραπεζιού· τείνει να προεξέχει.



























