Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jut out
[phrase form: jut]
01
προεξέχω, ξεχωλίζω
to extend outward from a surface or object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
jut
ενεστώτας
jut out
γ΄ ενικό πρόσωπο
juts out
ενεστώτα μετοχή
jutting out
απλός αόριστος
jutted out
παθητική μετοχή
jutted out
Παραδείγματα
Be cautious when walking near the corner of the table; it tends to jut out.
Να είστε προσεκτικοί όταν περπατάτε κοντά στη γωνία του τραπεζιού· τείνει να προεξέχει.



























