Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Justification
01
δικαιολόγηση
a reason, explanation, or excuse that demonstrates something to be right, reasonable, or necessary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
justifications
Παραδείγματα
His justification for missing the meeting was that he had an unavoidable family emergency.
Η δικαιολογία του για την απουσία από τη συνάντηση ήταν ότι είχε μια αναπόφευκτη οικογενειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
02
δικαιολόγηση
a statement in explanation of some action or belief
03
δικαιολογία
the act of defending or explaining or making excuses for by reasoning
Λεξικό Δέντρο
justification
justify
just



























