justiciary
jus
ʤʌs
jas
ti
ˈtɪ
ti
cia
ʃə
shē
ry
ri
ri
/dʒʌstˈɪʃəɹi/

Ορισμός και σημασία του "justiciary"στα αγγλικά

01

η διοίκηση της δικαιοσύνης, το δικαστικό μηχανισμό

the process of administering justice or carrying out legal judgments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Delays in the justiciary can affect public trust in the legal system.
Οι καθυστερήσεις στην justiciary μπορεί να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο νομικό σύστημα.
02

δικαστής, ανώτερος δικαστικός αξιωματούχος

formerly a high judicial officer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store