Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jumping
01
άλμα
the act of jumping; propelling yourself off the ground
02
άλμα
the athletic action or sport of pushing oneself off the ground using one or both legs, often for height or distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Jumping events are a thrilling part of track and field competitions.
Τα γεγονότα άλματος είναι ένα συναρπαστικό μέρος των διαγωνισμών στίβου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jumping
jump



























