Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jump on
[phrase form: jump]
01
πετάγομαι πάνω, κριτικάρω αυστηρά
to harshly criticize someone for their actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump on
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps on
ενεστώτα μετοχή
jumping on
απλός αόριστος
jumped on
παθητική μετοχή
jumped on
Παραδείγματα
The employee was jumped on by his boss for his lateness.
Ο υπάλληλος επιτέθηκε από τον αφεντικό του για την καθυστέρησή του.
02
πηδώ πάνω, ανεβαίνω πάνω
to climb onto something or someone, often for a ride or to access a higher location
Παραδείγματα
He decided to jump on the bicycle and join the race.
Αποφάσισε να πηδήξει στο ποδήλατο και να συμμετάσχει στον αγώνα.
03
ανεβαίνω, πηδώ σε
to board a plane, train, etc., for a quick travel
Παραδείγματα
She had to jump on a train to make it to the important business meeting.
Έπρεπε να πηδήξει σε ένα τρένο για να φτάσει στη σημαντική επιχειρηματική συνάντηση.



























