Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Juggler
01
ζογκλέρ
someone who skillfully throws and catches objects in the air, like balls or clubs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jugglers
Παραδείγματα
She honed her skills as a juggler through years of practice and dedication.
Εξέλιξε τις δεξιότητές της ως ζογκλέρ μέσα από χρόνια πρακτικής και αφοσίωσης.
Λεξικό Δέντρο
juggler
juggle



























