judicature
Pronunciation
/dʒˈuːdɪkətʃˌʊɹ/

Ορισμός και σημασία του "judicature"στα αγγλικά

01

δικαιοσύνη, δράση της εφαρμογής του νόμου και της δικαιοσύνης

the action of carrying out the law and justice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δικαιοσύνη, αξίωμα δικαστή

a judge's office, power, or role
03

δικαστική εξουσία, δικαστική αρχή

the system of law courts that administer justice and constitute the judicial branch of government
04

δικαιοσύνη, δικαστική συνέλευση

an assembly (including one or more judges) to conduct judicial business
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store