Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Judicature
01
δικαιοσύνη, δράση της εφαρμογής του νόμου και της δικαιοσύνης
the action of carrying out the law and justice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
δικαιοσύνη, αξίωμα δικαστή
a judge's office, power, or role
03
δικαστική εξουσία, δικαστική αρχή
the system of law courts that administer justice and constitute the judicial branch of government
04
δικαιοσύνη, δικαστική συνέλευση
an assembly (including one or more judges) to conduct judicial business
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
judicature
judic



























