joist
joist
ʤɔɪst
joyst
jointjoust

Ορισμός και σημασία του "joist"στα αγγλικά

01

δοκάρι, επιστύλιο

a metal or wooden thick bar used in buildings to support a ceiling or floor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
joists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store