jointed
jointed
'ʤɔɪntɪd
joyntid
joined

Ορισμός και σημασία του "jointed"στα αγγλικά

01

αρθρωτός, τμηματικός

having joints, segments, or sections 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jointed
συγκριτικός βαθμός
more jointed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crab's legs, jointed and strong, allowed it to scuttle across the sand with ease. 

Τα πόδια του καβουριού, αρθρωτά και δυνατά, του επέτρεπαν να τρέχει εύκολα στην άμμο.

Λεξικό Δέντρο

disjointed
unjointed
jointed
joint
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store