Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jitters
01
νευρικότητα, τρόμος
feeling of nervousness or anxiety, often accompanied by trembling or shaking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Come away from that cliff edge! You're giving me the jitters!
Φύγε από την άκρη του γκρεμού! Μου προκαλείς αγωνία!



























