jitters
ji
ˈʤɪ
ji
tters
təz
tēz
bitters

Ορισμός και σημασία του "jitters"στα αγγλικά

01

νευρικότητα, τρόμος

feeling of nervousness or anxiety, often accompanied by trembling or shaking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Come away from that cliff edge! You're giving me the jitters! 

Φύγε από την άκρη του γκρεμού! Μου προκαλείς αγωνία!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store