jingoist
jin
ˈʤɪn
jin
goist
gəʊɪst
gewist

Ορισμός και σημασία του "jingoist"στα αγγλικά

01

σωβινιστής, τζίνγκοϊστ

someone who very strongly believes that their country is far more superior than other countries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jingoists
Παραδείγματα
The jingoist politician's campaign was based on aggressive national pride and a promise to show military might. 

Η εκστρατεία του τζιγγοϊστή πολιτικού βασίστηκε σε επιθετική εθνική υπερηφάνεια και μια υπόσχεση να δείξει στρατιωτική ισχύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jingoistic
jingoist
jingo
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store