Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jiggle
01
κουνιέμαι, τρεμουλιάζω
to move with small, quick, and irregular motions
Intransitive
Transitive: to jiggle sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jiggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jiggles
ενεστώτα μετοχή
jiggling
απλός αόριστος
jiggled
παθητική μετοχή
jiggled
Παραδείγματα
The loose doorknob would jiggle whenever someone tried to open the door.
Ο χαλαρός πόμολος κουνιόταν κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα.
Jiggle
01
τρεμούλιασμα, ταλάντωση
a slight irregular shaking motion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jiggles



























