to jiggle
Pronunciation
/ˈdʒɪɡəɫ/

Ορισμός και σημασία του "jiggle"στα αγγλικά

to jiggle
01

κουνιέμαι, τρεμουλιάζω

to move with small, quick, and irregular motions
Intransitive
Transitive: to jiggle sth
to jiggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jiggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jiggles
ενεστώτα μετοχή
jiggling
απλός αόριστος
jiggled
παθητική μετοχή
jiggled
Παραδείγματα
She jiggled the computer mouse to wake up the screen from sleep mode.
Κούνησε το ποντίκι του υπολογιστή για να ξυπνήσει την οθόνη από τη λειτουργία αναστολής.
01

τρεμούλιασμα, ταλάντωση

a slight irregular shaking motion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jiggles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store