to jiggle
ji
ˈʤɪ
ji
ggle
gəl
gēl
jinglejugglejoggle

Ορισμός και σημασία του "jiggle"στα αγγλικά

to jiggle
01

κουνιέμαι, τρεμουλιάζω

to move with small, quick, and irregular motions 
Intransitive
Transitive: to jiggle sth
to jiggle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jiggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jiggles
ενεστώτα μετοχή
jiggling
απλός αόριστος
jiggled
παθητική μετοχή
jiggled
Παραδείγματα
The loose doorknob would jiggle whenever someone tried to open the door. 

Ο χαλαρός πόμολος κουνιόταν κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα.

01

τρεμούλιασμα, ταλάντωση

a slight irregular shaking motion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jiggles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store