Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jiggle
01
κουνιέμαι, τρεμουλιάζω
to move with small, quick, and irregular motions
Intransitive
Transitive: to jiggle sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jiggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jiggles
ενεστώτα μετοχή
jiggling
απλός αόριστος
jiggled
παθητική μετοχή
jiggled
Παραδείγματα
She jiggled the computer mouse to wake up the screen from sleep mode.
Κούνησε το ποντίκι του υπολογιστή για να ξυπνήσει την οθόνη από τη λειτουργία αναστολής.
Jiggle
01
τρεμούλιασμα, ταλάντωση
a slight irregular shaking motion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jiggles



























