Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jewel
01
κόσμημα, πολύτιμος λίθος
a precious or semi-precious piece of stone cut and polished to make items of jewelry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jewels
Παραδείγματα
The chef's unique recipes are the jewel of the restaurant, attracting food enthusiasts from all over.
Οι μοναδικές συνταγές του σεφ είναι το κόσμημα του εστιατορίου, προσελκύοντας λάτρεις της γαστρονομίας από παντού.
to jewel
01
στολίζω με πολύτιμους λίθους, διακοσμώ με κόσμηματα
adorn or decorate with precious stones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jewel
γ΄ ενικό πρόσωπο
jewels
ενεστώτα μετοχή
jeweling
απλός αόριστος
jeweled
παθητική μετοχή
jeweled
Λεξικό Δέντρο
jewelry
jewel



























