Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jewel
01
κόσμημα, πολύτιμος λίθος
a precious or semi-precious piece of stone cut and polished to make items of jewelry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jewels
Παραδείγματα
The antique vase was considered a jewel of the collection, admired for its intricate design and historical significance.
Η αρχαία βάζο θεωρήθηκε κόσμημα της συλλογής, θαυμασμένη για τη περίπλοκη σχεδίαση και την ιστορική της σημασία.
to jewel
01
στολίζω με πολύτιμους λίθους, διακοσμώ με κόσμηματα
adorn or decorate with precious stones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jewel
γ΄ ενικό πρόσωπο
jewels
ενεστώτα μετοχή
jeweling
απλός αόριστος
jeweled
παθητική μετοχή
jeweled
Λεξικό Δέντρο
jewelry
jewel



























