jewel
jewel
ʤu:əl
jooēl
refueldueldualaccrual

Ορισμός και σημασία του "jewel"στα αγγλικά

01

κόσμημα, πολύτιμος λίθος

a precious or semi-precious piece of stone cut and polished to make items of jewelry 
jewel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jewels
02

κοσμήμα, μαργαριτάρι

a person or thing that is highly valued or cherished for its exceptional qualities 
Παραδείγματα
The chef's unique recipes are the jewel of the restaurant, attracting food enthusiasts from all over. 

Οι μοναδικές συνταγές του σεφ είναι το κόσμημα του εστιατορίου, προσελκύοντας λάτρεις της γαστρονομίας από παντού.

to jewel
01

στολίζω με πολύτιμους λίθους, διακοσμώ με κόσμηματα

adorn or decorate with precious stones 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jewel
γ΄ ενικό πρόσωπο
jewels
ενεστώτα μετοχή
jeweling
απλός αόριστος
jeweled
παθητική μετοχή
jeweled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store