jet set
jet
ʤɛt
jet
set
sɛt
set

Ορισμός και σημασία του "jet set"στα αγγλικά

01

το τζετ σετ, η ταξιδιωτική υψηλή κοινωνία

a group of wealthy, stylish individuals who travel frequently and luxuriously, often to exclusive destinations for leisure and social activities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jet sets
Παραδείγματα
The event was attended by the jet set, arriving in their private jets. 

Η εκδήλωση παρακολουθήθηκε από το jet set, που έφτασε με τα ιδιωτικά τζετ τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store