jester
jes
ˈʤɛs
jes
ter
festerresterpesternester

Ορισμός και σημασία του "jester"στα αγγλικά

01

γελωτοποιός, βασιλικός γελωτοποιός

a performer employed to entertain a ruler or noble with jokes, antics, and comedic acts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jesters
Παραδείγματα
The jester amused the king with his witty jokes and playful antics. 

Ο γελωτοποιός διασκέδασε τον βασιλιά με τα πνευματώδη αστεία και τις παιχνιδιάρικες πράξεις του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store